Παλιότερα και νεότερα ήθη στο πανεπιστήμιο
Πικρές αναμνήσεις απ' τα παλιά κι ακόμη πικρότερες διαπιστώσεις για σήμερα
Περιεχόμενα
Εισαγωγή για τα ήθη στο πανεπιστήμιο
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α: «Να δεις τι σού ’χω για μετά»
ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Υπαίτιοι, θιγόμενοι, ευνοούμενοι και σιωπηλοί παρατηρητές
Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται. (Ιησούς Χριστός, επί του όρους ομιλία, Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ε΄, 6.)
εἰ δ᾽ ἀναγκαῖον εἴη ἀδικεῖν ἢ ἀδικεῖσθαι, ἑλοίμην ἂν μᾶλλον ἀδικεῖσθαι ἢ ἀδικεῖν (αν όμως ήταν αναγκαίο ή να αδικώ ή να αδικούμαι, θα επέλεγα καλύτερα να αδικούμαι παρά να αδικώ. Σωκράτης, όπως αναφέρεται στο: Πλάτωνος Γοργίας, 469.)
Οὐαὶ ὑμῖν οἱ ἐμπεπλησμένοι, ὅτι πεινάσετε. (Ιησούς Χριστός, επί του όρους ομιλία, Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, στ΄, 25.)Εισαγωγή για τα ήθη στο πανεπιστήμιο
Τα ήθη στο πανεπιστήμιο θα περίμενε κανείς να είναι καλύτερα απ’ ό,τι γενικώς στην κοινωνία γιατί:
υποτίθεται πως το υπηρετούν επιστήμονες που δουλειά τους είναι να αναζητούν την αλήθεια παραμένοντας πιστοί στα αριστοτελικά ιδεώδη αυτής της αναζήτησης,1
υποτίθεται πως προωθεί την καλλιέργεια του πνεύματος, η οποία αναδεικνύει τη σπουδαιότητα των ηθικών αξιών,
υποτίθεται πως λειτουργεί στη βάση της αξιοκρατίας,
υποτίθεται πως διαπαιδαγωγεί τη νέα γενιά και μέσω αυτής βελτιώνει τα ήθη του ίδιου και της κοινωνίας, και
οι καθηγητές του, που κατά το σύνταγμα είναι δημόσιοι λειτουργοί, δηλαδή ασκούν καθήκοντα που συνδέονται άμεσα με τις βασικές λειτουργίες του κράτους και απολαμβάνουν αυξημένη λειτουργική ανεξαρτησία, υποτίθεται πως ασκούν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, και εκτελούν τα καθήκοντά τους με αντικειμενικότητα και αμεροληψία.
Όμως τίποτε απ’ αυτά δεν ισχύει ως κανόνας, παρά μόνο ως εξαίρεση. Όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά διεθνώς. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Woodrow Wilson, Προέδρου των ΗΠΑ (1913-21) και προηγουμένως (1902-10) Προέδρου του πανεπιστημίου Πρίνστον: “Washington was a snap after Princeton” («Η Ουάσιγκτον [η διακυβέρνηση των ΗΠΑ] ήταν παιχνιδάκι μετά το Πρίνστον»).2 Οι ίντριγκες του πανεπιστημίου είναι πολύ «ανεβασμένες», ακόμη και σε σύγκριση με αυτές της διεθνούς πολιτικής.
Κι αυτό παρότι (ή επειδή;) τα διακυβεύματα είναι ασύγκριτα μικρότερα στο πανεπιστήμιο απ’ ό,τι στην πολιτική.3 Το σύνηθες κίνητρο είναι το φούσκωμα του «εγώ» (και όχι σπάνια της τσέπης αυτού του «εγώ»). Το φούσκωμα κυρίως υπηρετείται με την ίδρυση ή διατήρηση ενός «χαρεμιού» (συνήθως με τη μεταφορική έννοια της εξουσίας, χωρίς να αποκλείεται η κυριολεκτική) καθώς και με την εξόντωση των «αντιπάλων» — που Θεός ξέρει γιατί είναι αντίπαλοι. Εννοείται πως για εγωπαθή άτομα, έννοιες όπως αξιοκρατία και χρηστά ήθη ταυτίζονται με την εξυπηρέτηση του «εγώ».
Η εγωπάθεια συχνότατα συνοδεύεται από φοβοπάθεια. Θα περίμενε κανείς από πανεπιστημιακούς να επιδείξουν θάρρος όταν οι καταστάσεις γίνονται δύσκολες— στο κάτω της γραφής κινδυνεύουν λιγότερο από άλλες ομάδες του πληθυσμού, αφού το «σύστημα» τους έχει ανάγκη. Όμως, η συνήθης πρακτική είναι να σφυρίζουν αδιάφορα, κι αν σφίξουν τα πράγματα να προχωρήσουν σε απόλυτη υποταγή. Το πιο διαφωτιστικό παράδειγμα είναι ο όρκος πίστης στο φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι που έδωσαν μαζικά οι πανεπιστημιακοί της Ιταλίας.4 Μόνο 12 απ’ τους 1225 πανεπιστημιακούς αρνήθηκαν τον όρκο:5 Μια οικτρή μειοψηφία αρνητών του 1%, έναντι 99% των συναινούντων (consensus ανώτερο κι απ’ αυτό των σημερινών κλιμαγυρτών).
Εδώ θα πρέπει να ειπωθεί ότι στην Ελλάδα, στις δικτατορίες του Μεταξά και του Παπαδόπουλου6 (όπως και στην Ισπανία του Φράνκο), δεν είχαμε μαζικά φαινόμενα ανάλογα του Ιταλικού. Η υποταγή δεν ήταν τόσο συναινετική. Όμως υπήρξαν εξέχουσες συναινέσεις ακόμη και στη γερμανική κατοχή, την ώρα που ο ελληνικός λαός έγραφε ένδοξες σελίδες αντίστασης. Αναφέρω τα πιο ακραία παραδείγματα:
Ο Κωνσταντίνος Ι. Λογοθετόπουλος, Καθηγητής Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής (1928–1929), και πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών (1932–1933) έγινε πρωθυπουργός της δεύτερης κατοχικής κυβέρνησης («Ελληνικής Πολιτείας», 1942-43), αφού προηγουμένως διετέλεσε Αντιπρόεδρος της (πρώτης κατοχικής) Κυβέρνησης Γεωργίου Τσολάκογλου (1941-42), στην οποία επίσης κατείχε και τα υπουργεία Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, και Πρόνοιας.7
Στα υπουργεία αυτά τον διαδέχθηκε ο Νικόλαος Λούβαρις (1943-44), ο οποίος ήταν επίσης πανεπιστημιακός, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών στην Εισαγωγή και Ερμηνεία της Καινής Διαθήκης, ενώ αργότερα έγινε και Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (απ’ το 1960).8
Συστάσεις
Υποθέτοντας ότι θα διαβάσουν αυτή την ανάρτηση και αναγνώστες που δεν με γνωρίζουν, θεώρησα σκόπιμο να συστηθώ. Μπήκα στο Πολυτεχνείο το 1973, λίγο πριν την εξέγερση,9 ως φοιτητής της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών και έκτοτε παρέμεινα συνεχώς σε διάφορους ρόλους. Σήμερα είμαι ομότιμος καθηγητής10 (δηλαδή συνταξιούχος, αλλά, όσο μου επιτρέπουν αφενός οι δυνάμεις μου και αφετέρου οι εν ενεργεία συνάδελφοι, δεν το εγκαταλείπω).
Ως διαπιστευτήρια θα χρησιμοποιήσω τη βάση δεδομένων ακαδημαϊκών εργασιών του Google Scholar και συγκεκριμένα την παρακάτω απεικόνιση και τους υπερσυνδέσμους που έχω προσθέσει αποκάτω, στους υποτίτλους.

Για να μην παρεξηγηθώ: Το ότι το Google Scholar με βγάζει πρώτον στη λίστα του σχήματος σ’ αυτή τη συγκυρία (κάτι που σίγουρα θα αλλάξει στο μέλλον) δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν καλύτεροι από μένα. Προφανώς και υπάρχουν. Απλώς, δίνω τα Google-διαπιστευτήριά μου για να αντιδιαστείλω τον εαυτό μου από διάφορους πανεπιστημιακούς που δημοσιεύουν συχνά «πύρινα» άρθρα στον τύπο για τα κακά του εκπαιδευτικού μας συστήματος, χωρίς καν να τους ξέρει η Google-μάνα τους.
Παίρνοντας υπόψη τα παραπάνω διαπιστευτήρια και κυρίως το γεγονός ότι ήδη διατρέχω το 70ό έτος της ηλικίας μου, αποφάσισα να δώσω στον εαυτό μου το δικαίωμα να λέει τα πράγματα έξω απ’ τα δόντια. Όχι πως παλιότερα είχα το στόμα μου κλειστό, αλλά τελευταία το τερμάτισα (με πλήρη επίγνωση). Μάλιστα την τελευταία πενταετία, συνέβησαν διάφορες συμφορές στη ζωή μου, που είχαν και την εξής θετική πλευρά: με έκαναν να δω καλύτερα τι είναι σημαντικό και τι δευτερεύον. Η παρρησία είναι ένα απ’ τα σημαντικά, ιδίως όταν αποσκοπεί στο δημόσιο συμφέρον και ειδικότερα στην παιδεία. Η προσήλωση σε πνευματικές και ηθικές αξίες είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική. Η καριέρα υπάγεται στα δευτερεύοντα. Η εξουσία και τα λεφτά είναι όχι απλώς δευτερεύοντα, αλλά πολύ συχνά φθοροποιά.
Αν στενοχωρώ κάποιους, ας μου συγχωρεθεί: προσπαθώ να ακολουθώ τη διδασκαλία του Αριστοτέλη που μας συμβουλεύει να θυσιάζουμε και τις φιλικές μας σχέσεις προκειμένου να υπηρετήσουμε τη «φιλτάτη αλήθεια.»11 Κι ας είναι η φιλία εξαιρετικά σημαντική προϋπόθεση της ευδαιμονίας κατά τον Αριστοτέλη.12
Προσωπικές εμπειρίες
Θα συνεχίσω με προσωπικές εμπειρίες, όπως άλλωστε είναι και το θέμα αυτού του ιστολογίου, των «Αναμνίσεων».
Μπαίνοντας στο Πολυτεχνείο μέσα απ’ το πολύ δίκαιο, ορθολογικό και αξιοκρατικό σύστημα εισαγωγικών εξετάσεων εκείνης της εποχής, που δυστυχώς έχει αλλάξει προς το πολύ χειρότερο, είχα την προσμονή ότι θα έβρισκα εκεί την αξιοκρατία. Και η αίσθησή μου αυτή παρέμενε ζωντανή όσο ήμουν φοιτητής.
Αλλά αμέσως μετά κατάλαβα πως ήταν ψευδαίσθηση. Στην πρώτη αίτηση που έκανα για πρόσληψη σε θέση επιστημονικού συνεργάτη, ο Καθηγητής της Έδρας, ο Ένας που αποφάσιζε τότε, μου είπε πως είμαι πολύ καλός και ως εκ τούτου δεν τη χρειάζομαι τη θέση — ας την πάρει κανένας δύστυχος. Κάποιος παλιότερος συνάδελφος με παρότρυνε (και μάλιστα επιτακτικά) να αντιδράσω έντονα, αλλά δεν το έκανα — και ούτε το μετάνιωσα. Μου προσφέρθηκαν άλλες ευκαιρίες.
Την έλλειψη αξιοκρατίας τη βίωσα σε όλη τη διαδρομή μου στο ΕΜΠ. Το να είσαι άξιος είναι κάτι σαν κατάρα στη επαγγελματική ζωή σου. Ήθελες επαγγελματική ψυχολογική υποστήριξη για να αντέξεις τις αντιδράσεις των συναδέλφων — και προσωπικά τη χρειάστηκα αρκετές φορές. Αντίθετα, αν δεν έκανες τίποτε, ακόμη κι αν δεν πολυπατούσες στη δουλειά σου, είχες εξασφαλισμένη την αβλαβή διέλευση.
Έτσι, δεν νομίζω ότι τα διαπιστευτήριά μου που ανέφερα παραπάνω είναι αυτά που μου έδωσαν τη δυνατότητα να γίνω καθηγητής στο Πολυτεχνείο. Τα διαπιστευτήρια απλώς εμπόδισαν την αποπομπή μου. Κατά τα άλλα, απλώς ήμουν πολύ τυχερός.
Η μεγαλύτερη τύχη μου ήταν να γίνουν οι εκλογές μου με τον δημοκρατικότερο και αξιοκρατικότερο νόμο που υπήρξε, τον επιλεγόμενο «νόμο πλαίσιο» (Νόμος 1268/1982) του Γιώργου Λιάνη, του επιλεγόμενου «θείου»,13 ενός σπουδαίου ανθρώπου με δημοκρατικό ήθος, πιστού στην αξιοκρατία, και με βαθιά επιστημονική γνώση. Τον γνώρισα προσωπικά γιατί τον είχα καθηγητή της μηχανικής όταν ήμουν φοιτητής κι αυτός ήταν επισκέπτης καθηγητής στο ΕΜΠ.
Είμαι βέβαιος ότι με το σημερινό σύστημα εκλογών και τα σημερινά πανεπιστημιακά ήθη και έθιμα, όπως τα περιγράφω παρακάτω στο Παράρτημα, το ΕΜΠ θα είχε γλιτώσει οριστικά από μένα.
Για να μιλήσω με στοιχεία, επισυνάπτω εδώ το πρακτικό της εκλογής μου στη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή. Το έχω ανωνυμοποιήσει, σβήνοντας όλα τα ονόματα των 30 μελών του εκλεκτορικού σώματος (κι ακόμη περισσότερων, συνολικά, μελών της Γενικής Συνέλευσης) και του συνυποψηφίου μου, εκτός από τρία. Το ένα είναι το δικό μου.
Το δεύτερο όνομα που δεν έσβησα είναι του τότε Προέδρου της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών, του αείμνηστου Ανδρέα Αναγνωστόπουλου, στον οποίο εξακολουθώ να είμαι ευγνώμων γιατί ξεπάγωσε και ξεσκάλωσε τη διαδικασία της εκλογής που ως τότε είχε ήδη κρατήσει κάπου τρία χρόνια, όπως μπορεί να διαπιστωθεί από ημερομηνίες που περιέχονται στα πρακτικά. Επίσης, για τον δίκαιο, ακαδημαϊκό και δημοκρατικό τρόπο που χειρίστηκε τόσο τη συγκεκριμένη διαδικασία, όσο και όλα τα θέματα στη θητεία του ως Προέδρου.
Το τρίτο όνομα που δεν έσβησα είναι του τότε Πρύτανη του ΕΜΠ, του αείμνηστου Θέμη Ξανθόπουλου, για τον οποίο επίσης τρέφω αισθήματα ευγνωμοσύνης για τη συνεργασία και τη στήριξή του. Βέβαια, η στήριξή του μάλλον δυσκολία μού δημιουργούσε σε όλη μου την πορεία, αλλά βέβαια δεν έφταιγε εκείνος. Ειδικότερα εκφράζω την ευγνωμοσύνη μου για μια φράση που είπε για μένα και αποτυπώθηκε στο εν λόγω πρακτικό: «Ίσως δεν μπόρεσε να μπει στο lobby ακόμα και ελπίζω να μην μπει και στο μέλλον.» Θέλω να πιστεύω ότι δεν διέψευσα την ελπίδα του. Θέλω επίσης να πιστεύω ότι αν ζούσε δεν θα είχε αντίρρηση που δημοσιοποιώ το πρακτικό με το όνομά του. Το ίδιο πιστεύω και για τον τότε Πρόεδρο.
Για να βγάλει κάποιος νόημα απ’ το πρακτικό, χρειάζεται να ξέρει δυο-τρία πράγματα για το σύστημα, όπως αποτυπώνεται στον νόμο, και για το παρασκήνιο. Ο νόμος επιβάλλει σε κάθε διαδικασία εξέλιξης να γίνεται ανοιχτή εκλογή. Δηλαδή να προκηρύσσεται ανοιχτά η θέση της επόμενης βαθμίδας, να κάνει αίτηση σ’ αυτή ο αιτούμενος την εξέλιξη, αλλά και όσοι άλλοι επιθυμούν, και να εκλέγεται ο (φερόμενος ως) καλύτερος. Αυτό τάχα γίνεται για να υπάρχει αξιοκρατία. Αλλά ο πραγματικός λόγος είναι βέβαια άλλος: Να υπηρετηθεί ο στόχος του εκφοβισμού και της υποταγής στους «ισχυρούς». 14
Με άλλα λόγια, αν είσαι «καλό παιδί» και κάνεις τα χατίρια των «ισχυρών», τότε εκλέγεσαι ανεμπόδιστα, χωρίς να έχεις συνυποψήφιους. Οι εξωτερικοί υποψήφιοι, συνήθως δεν μπαίνουν στον κόπο να ανταγωνιστούν τους εσωτερικούς, αν δεν υπάρχει προσυνεννόηση με ισχυρούς εσωτερικούς παράγοντες. Αν όμως είσαι «κακό παιδί», τότε με κάποιο μυστήριο και μυστικό τρόπο «προσκαλούνται» συνυποψήφιοι με την υπόσχεση ότι θα εκλεγούν. Αν η υπόσχεση εκπληρωθεί, τότε το «κακό παιδί» μπορεί και να εκπαραθυρωθεί και να αντικατασταθεί με νέο αίμα, υποσχόμενο να γίνει «καλό παιδί».
Είχα την ατυχία (ή μάλλον την τύχη) να είμαι «κακό παιδί», δηλαδή είχα «προσκεκλημένους» συνυποψήφιους όταν ζήτησα προαγωγές και για τις θέσεις του Επίκουρου και του Αναπληρωτή Καθηγητή.15 Αργότερα, ένας απ’ τους συνυποψήφιους16 είχε την ευγένεια να μου ζητήσει συγγνώμη για την ταλαιπωρία, να μου εξιστορήσει πώς και από ποιον έγινε η πρόσκληση, αλλά και να μού μεταφέρει την οργή του που, ακόμη κι αυτός17 που τον προσκάλεσε, εν τέλει δεν τον ψήφισε κι έτσι δεν πήρε ούτε μία ψήφο.
Στη συγκεκριμένη εκλογή οι συνυποψήφιοί μου ήταν αρχικώς δύο. Μετά από χρονοβόρες διαδικασίες και εμπλοκή του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στο οποίο προσέφυγε η Σχολή (όχι εγώ), προέκυψε ότι η μία υποψηφιότητα δεν ήταν νόμιμη γιατί δεν υποβλήθηκαν τα αναγκαία δικαιολογητικά. Έχω τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Γενικής Συνέλευσης όπου συζητιόταν κι αυτό το θέμα, με διχογνωμία των μελών της Γενικής Συνέλευσης, αλλά αποφεύγω να τα αναρτήσω για λόγους συντομίας.
Έτσι, η εκλογή στην οποία αναφέρεται το πρακτικό έγινε ανάμεσα σε μένα και έναν συνυποψήφιο. Προηγουμένως, κάποιοι εκλέκτορες μου είχαν εκμυστηρευτεί ευθαρσώς την απόφασή τους να μη με ψηφίσουν. Ένας γιατί δεν «πήγαινε» τον Ξανθόπουλο, χωρίς όμως να έχει κάτι μαζί μου, όπως μου είπε. Βγάλε άκρη… Άλλος ένας γιατί θεωρούσε πως η Σχολή έπρεπε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και να αποκτήσει νέο αίμα εξ Αμερικής. Του απάντησα ότι δεν του ζητώ να ψηφίσει εμένα, αλλά τον καλύτερο, ανεξαρτήτως της προέλευσής του εξ Ελλάδος ή εξ Αμερικής. Δηλαδή του υπέδειξα ποιο ήταν το καθήκον του.
Τελικώς όμως στη διαδικασία της εκλογής κι αυτοί άλλαξαν γνώμη. Την εκλογή την κέρδισα ομόφωνα (29 στους 29 παρόντες — το εκλεκτορικό σώμα ήταν 30μελές και προσήλθαν και ψήφισαν όλοι εκτός από έναν που ήταν σε νοσοκομείο.)
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α: «Να δεις τι σού ’χω για μετά»18
Σ’ αυτή την ανάρτηση αποφάσισα να μην περιοριστώ στις αναμνήσεις απ’ τα παλιά, όπως τις εξέθεσα παραπάνω, αλλά να μιλήσω και για το τώρα. Αλλά και πάλι με ιστορική προοπτική, ώστε να κατανοείται καλύτερα.
Όσο ήμουν ενεργός, είχα την αφέλεια (κι ας νόμιζα πως ήμουν έξυπνος) να πιστεύω πως τα προβλήματα που αντιμετώπισα ήταν συγκυριακά, οφειλόμενα σε προβληματικούς ανθρώπους με τους οποίους συνέπεσε να συνυπηρετώ. Προς το τέλος της καριέρας μου άρχισα να καταλαβαίνω πως τα προβλήματα είναι εγγενή. Στη νέα κατανόησή μου με βοήθησε το γεγονός ότι οι νεότεροι δεν αποδείχτηκαν «πολλώ κάρρονες» σε σχέση με τους παλιότερους.
Απ’ αυτούς τους νεότερους δεν εξαιρούνται μαθητές μου. Είμαι ευχαριστημένος που τους έμαθα «γράμματα», δηλαδή επιστήμη και έρευνα, αλλά απέτυχα να τους μάθω πιο ουσιώδη πράγματα, όπως οι πνευματικές αξίες. Απέτυχα να τους μεταλαμπαδεύσω τη γνώση ότι:
Ένα σύστημα μπορεί να είναι καλό, προωθώντας κοινωνικές αξίες όπως η συνεργασία, η δημοκρατία, η δικαιοσύνη και η αξιοκρατία, ή κακό προωθώντας αρνητικές πρακτικές όπως η διαπλοκή και η χειραγώγηση.
Το πώς προβάλλεται ένα σύστημα απ’ αυτούς που το προωθούν δεν έχει σχέση με το τι είναι. Προφανώς αυτοί που προωθούν ένα κακό σύστημα το προβάλλουν ως τέλειο και τις κακές πρακτικές που θεσμοθετούν (π.χ. υπέρ της διαπλοκής) τις προβάλλουν ανάποδα (π.χ. κατά της διαπλοκής).
Οι άνθρωποι έχουμε καλές και κακές πλευρές. Ένα καλό σύστημα ενισχύει τις πρώτες και ένα κακό τις δεύτερες. Επομένως, έχουμε συμφέρον να είναι καλό το σύστημα για να γίνουμε κι εμείς καλύτεροι.
Σε ένα κακό σύστημα έχουμε καθήκον να αντισταθούμε και όχι να υποταχθούμε, πολύ δε περισσότερο να αξιοποιήσουμε τα κακά στοιχεία του κι έτσι να γίνουμε χειρότεροι.
Δεν είμαι εισαγγελέας και δεν κατηγορώ πρόσωπα αλλά το σύστημα που τα εκμαυλίζει. Εξάλλου είμαι παροπλισμένος (συνταξιοδοτημένος) και δεν έχω καμιά όρεξη να παρεμβαίνω στις διαδικασίες στο ΕΜΠ, αν και τις παρακολουθώ με ενδιαφέρον ως παρατηρητής. Όμως το χούι του πανεπιστημιακού δασκάλου και του αναζητητή της αλήθειας δεν το απέβαλα και γι’ αυτό γράφω αυτό το «Παράρτημα».
Η νέα ακαδημαϊκή πραγματικότητα αποτυπώνεται με αντικειμενικά γεγονότα, αλλά και υποκειμενικές συμπεριφορές. Συζητώ παρακάτω κάποια απ’ αυτά, παραθέτοντας και παραδείγματα.
Α1: Αντικειμενικές συνθήκες
Εκλεκτορικά σώματα
Το αξιοκρατικό νομικό πλαίσιο που εισήγαγε ο νόμος του Γιώργου Λιάνη (1982) ροκανίστηκε σε κατοπινούς νόμους19. Πρώτος ο Γιώργος Σουφλιάς (Νόμος 2083/1992) επιχείρησε να παλινορθώσει το προ του νόμου Λιάνη σύστημα, καταργώντας τη δυνατότητα εξέλιξης των μελών ΔΕΠ και αντικαθιστώντας τη με μια υποκριτική έννοια «προγραμματισμού» νέων θέσεων ΔΕΠ. Αν θυμάμαι καλά, στην αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου υπήρχε η αξιοσημείωτη φράση «καταργείται η έννοια της εξέλιξης», αλλά δυστυχώς δεν μπόρεσα να εντοπίσω στο διαδίκτυο την έκθεση για να κάνω την επαλήθευση. Ωστόσο, η κατάργηση είναι σαφής τόσο στο αυθεντικό ΦΕΚ του νόμου, όσο και στα πρακτικά της Βουλής.20
Τον νόμο Λιάνη τον επανέφερε στη συνέχεια, κάπως κουτσουρεμένο, ο Γεράσιμος Αρσένης (Νόμος 2517/1997). Ο ίδιος ήταν ο μόνος υπουργός στη δική μου πανεπιστημιακή ιστορία που έκανε γενναίες αυξήσεις στους μισθούς των πανεπιστημιακών (Νόμος 2530/1997), για να τις ροκανίσουν στη συνέχεια οι μνημονιακές κυβερνήσεις όλου του πολιτικού φάσματος. Θα μνημονεύσω σ’ αυτό το σημείο την επί Γεράσιμου Αρσένη διαπραγματευτική συμβολή του Γεράσιμου Σπαθή, τότε προέδρου της ΠΟΣΔΕΠ και μετέπειτα αντιπρύτανη του ΕΜΠ. Αυτή ήταν μόνη πετυχημένη συνδικαλιστική διεκδίκηση πανεπιστημιακών που θυμάμαι — ανάμεσα σε σωρεία παταγωδώς αποτυχημένων, π.χ. των αλυσιτελών εναντιώσεων στους καταστροφικούς νόμους που αναφέρω παρακάτω.
Εγώ είχα την τύχη να κρίνομαι στις εκλογές μου του επίκουρου και αναπληρωτή καθηγητή από εκλεκτορικά σώματα που συστάθηκαν με βάση τους νόμους Λιάνη και Αρσένη. Αυτοί είχαν τα εξής κύρια χαρακτηριστικά τα οποία δυσχέραιναν τις χειραγωγήσεις:
πολυμελή (30 εκλέκτορες),
με μέλη απ’ την οικεία σχολή, και
με σύνθεση βασισμένη στην κλήρωση.
Και τα τρία αυτά αξιοκρατικά χαρακτηριστικά αφαιρέθηκαν στη συνέχεια, αφού συκοφαντήθηκαν.
Η Μαριέτα Γιαννάκου-Κουτσίκου (Νόμος 3549/2007) εισήγαγε τη νόθευση των εκλεκτορικών σωμάτων επιτάσσοντας το 1/3 των εκλεκτόρων να προέρχονται από άλλα ιδρύματα. Κατά την άποψή μου, αυτή η διάταξη καταλύει την αυτοτέλεια και αυτοδιοίκηση21 των πανεπιστημίων, αλλά αυτό το θέμα δεν απασχόλησε κανέναν και έγινε έκτοτε καθεστώς, χωρίς να αρθεί ποτέ. Η διάταξη παρουσιάστηκε ως πανάκεια ενάντια σε συντεχνιακές λογικές. Όπως αποδείχτηκε, δούλεψε αντίθετα. Στις δύσκολες περιπτώσεις, οι εξωτερικοί εκλέκτορες συχνά «το παίζουν» Πόντιοι Πιλάτοι, απονίπτοντες τας χείρας. Ακόμη χειρότερα, συχνά έρχονται με «προσημειωμένο» ψηφοδέλτιο (προετοιμασμένο απ’ τους ισχυρούς της παρέας).
Παράδειγμα 1
Μαθαίνω πως σε πρόσφατη εκλογή, ένας εξωτερικός εκλέκτορας (νομίζω μαθητής μου κι αυτός) είπε πως ψηφίζει τον «πιο κατάλληλο» — και μάλιστα, όπως μού είπαν, το τόνισε ώστε να γίνει αντιληπτό ότι δεν ψηφίζει τον καλύτερο. (Σχετικό είναι και το Παράδειγμα 7 παρακάτω.) Αυτό με έκανε να θυμηθώ και να σκεφτώ διάφορα πράγματα:
Μού θύμισε τη δικιά μου πρώτη επαφή με την πανεπιστημιακή «αξιοκρατία» —μια έννοια που εξελίχτηκε (δηλαδή υποβαθμίστηκε) στη μοντέρνα «αριστεία». Και η ορολογία εξελίχτηκε: απ’ το «δύστυχο» που μου ειπώθηκε εκείνα τα χρόνια φτάσαμε στο μοντέρνο «πιο κατάλληλο». Αυτό που παραμένει αμετάβλητο είναι ο θρίαμβος του «εγώ». Δεν με νοιάζει τι λέει ο νόμος, η δεοντολογία και η ηθική. Εγώ αποφασίζω κατά το δοκούν. Με δεδομένο, μάλιστα, ότι δεν θα «λουστώ» τον υποψήφιο (αφού είμαι σε άλλο πανεπιστήμιο) μπορώ κάλλιστα να νίψω τας χείρας. Άλλωστε, για ποιο λόγο να τα χαλάσω με τους «προστάτες» του «πιο κατάλληλου»; (Που μεθαύριο θα τους βρω μπροστά μου σε εκλογή στο δικό μου πανεπιστήμιο, όπου θα είμαι εγώ ο «ισχυρός»;)
Μού θύμισε επίσης μια δύσκολη εκλογή πριν από μια εικοσαετία περίπου, σε νέα θέση επίκουρου καθηγητή που ήταν τουλάχιστον δύο οι υποψήφιοι. Ο ένας είχε καμιά-δυο δημοσιεύσεις και ο άλλος ένα πλούσιο βιογραφικό. Δεν ήξερα κανέναν απ’ τους δύο. Η εισηγητική επιτροπή πρότεινε τον πρώτο. Διάβασα την εισήγηση, έψαξα τα βιογραφικά τους και τις εργασίες τους. Απόρησα για την εισήγηση και διαμαρτυρήθηκα στο επισπεύδον μέλος της εισηγητικής επιτροπής: πώς είναι δυνατόν να προτείνει έναν με τόσο ισχνό βιογραφικό, όταν ο άλλος έχει τόσο πλούσιο. Η απάντηση που πήρα ήταν εκπληκτική: «εγώ θέλω κάποιον να μου κάνει τη λάντζα». Αντέταξα ότι δεν είμαστε μαγέρικο και δήλωσα ότι θα ταχθώ υπέρ του πιο άξιου. Το έκανα, και τελικώς εκλέχτηκε, αφού μεσολάβησαν και κάποιες απρόβλεπτες εξελίξεις. Τον στήριξα και σε άλλες φάσεις, συμπεριλαμβανομένων εκλογών που έμμεσα ή άμεσα τον αφορούσαν. Για να εξελιχθεί στη συνέχεια ο ίδιος σε πρωτεργάτη της «αξιοκρατίας» (εντός εισαγωγικών). Παρόλα αυτά, δεν μετάνιωσα για τη στάση μου που τον στήριζα. Το αν αυτός στη συνέχεια «το πήρε αλλιώς» είναι δικό του θέμα.
Πάντως η Γιαννάκου-Κουτσίκου κράτησε τον μεγάλο αριθμό εκλεκτόρων (30 για μεγάλα τμήματα) στο νόμο της. Έπειτα ήρθε η Άννα Διαμαντοπούλου που του άλλαξε τον αδόξαστο του νόμου, θεσμοθετώντας ό,τι πιο αντιδημοκρατικό υπήρξε ποτέ στην ιστορία του ελληνικού πανεπιστημίου.22 Αρχικώς με τον νόμο 3848/2010 μείωσε τον αριθμό των μελών του εκλεκτορικού από 30 σε 15. Στη συνέχεια με τον νόμο 4009/2011 κατάργησε τα εκλεκτορικά σώματα και τα αντικατέστησε με επταμελείς επιτροπές που τις όριζε ο κοσμήτορας. Από τα επτά μέλη έπρεπε τουλάχιστον το ένα να προέρχεται από ΑΕΙ της αλλοδαπής, ενώ μπορούσε κάλλιστα να μην προέρχεται κανένας απ’ το ΑΕΙ που είχε τη θέση. Καταργήθηκαν παντελώς οι κληρώσεις: φαίνεται πως η Διαμαντοπούλου είχε αλλεργία στην κλήρωση και στις συλλογικές διαδικασίες, τις οποίες αντικατέστησε με «διαβούλευση»—ευφημισμό για τη νομιμοποιημένη ίντριγκα. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 4009:
Τα μέλη της επιτροπής επιλογής ορίζονται με αιτιολογηµένη απόφαση του κοσµήτορα (…) Προκειµένου να επιλέξει, ο κοσµήτορας διαβουλεύεται με μέλη της σχολής. Έτσι, εγκαταλείπεται η σηµερινή επιλογή του τυχαίου της κλήρωσης, που οδηγούσε σε εκλεκτορικά σώµατα με μέλη που δεν είχαν ίδιο γνωστικό αντικείµενο με αυτό της προς πλήρωση θέσης.
Περισσότερα για τις κληρώσεις και για το τι μπορεί να σημαίνει η αλλεργία της Διαμαντοπούλου σ’ αυτές αναφέρω στην επόμενη ενότητα, «Κληρώσεις».
Ο νόμος της Διαμαντοπούλου έγινε ασμένως αποδεκτός απ’ τη μεγάλη πλειοψηφία των βουλευτών (υπερψηφίστηκε από 255 βουλευτές, κυρίως από το ΠΑΣΟΚ, με στήριξη και από τη ΝΔ) και αφού προηγουμένως ο τότε πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου είχε εξαπολύσει μύδρους κατά των πανεπιστημιακών.23 Προσωπικά είχα έντονα αντιταχθεί σ’ αυτό το ανοσιούργημα. Σε ανάρτησή μου εκείνης της εποχής ανέφερα:24
Με το νέο νόμο, όπου τα εκλεκτορικά αντικαθίστανται από επταμελείς επιτροπές που διορίζονται από τον κοσμήτορα-μονάρχη (χωρίς μάλιστα να προβλέπεται κοινή συνεδρίασή τους με άλλο συλλογικό όργανο, που ως τώρα ήταν Γενική Συνέλευση της Σχολής) εκτιμώ ότι οι νέοι συνάδελφοι έχουν να πάθουν πολλά, αν είναι «κακά παιδιά».
Ο νόμος της Διαμαντοπούλου περιείχε και άλλα ανοσιουργήματα, απ’ τα οποία εδώ θα μνημονεύσω ένα: την κατάργηση της βαθμίδας του λέκτορα και την ουσιαστική υποκατάστασή της απ’ τη θέση διδάκτορα ΕΔΙΠ. Η ουσιαστική διαφορά είναι ότι οι λέκτορες, αν δούλευαν, εξελίσσονταν σε καθηγητές ενώ οι ΕΔΙΠ μένουν στάσιμοι. Χειρότερο κι απ’ το σύστημα του στρατού, όπου οι υπαξιωματικοί κάποια στιγμή προάγονται σε αξιωματικούς. Αργότερα (2016) ο Νίκος Φίλης (υπουργός παιδείας επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ) επιχείρησε να καταργήσει το ανοσιούργημα, δίνοντας τη δυνατότητα στους ΕΔΙΠ να κριθούν για λέκτορες. Είχα τότε επαινέσει δημόσια την πρωτοβουλία του25, αλλά το καθηγητικό κατεστημένο αντέδρασε έντονα και η σχετική νομική διάταξη καταργήθηκε σε χρόνο ρεκόρ. Επισημαίνω εδώ πως η δυνατότητα εξέλιξης δεν υπηρετεί το συμφέρον μόνο του κρινόμενου για εξέλιξη, αλλά κυρίως του πανεπιστημίου. Δίνει κίνητρα στο προσωπικό του να δουλέψει αποτελεσματικά και να μην υποπέσει στο αμάρτημα της οκνηρίας.
Ευτυχώς τις επταμελείς επιτροπές της Διαμαντοπούλου τις κατάργησε ο νόμος του Νίκου Φίλη (Νόμος 4405/2016), ο οποίος επανέφερε τα εκλεκτορικά σώματα, αλλά όχι όπως προϋπήρχαν της Διαμαντοπούλου ή της Κουτσίκου. Παρέμειναν κουτσουρεμένα (15μελή ή 11μελή) και μάλιστα με πλειοψηφία των εξωτερικών μελών—ώστε η χειραγώγηση να είναι πιο εύκολη. Στη συνέχεια, η Νίκη Κεραμέως (Νόμος 4957/2022) εισήγαγε επίσης μια σειρά από αντιδημοκρατικές διατάξεις στη λειτουργία του πανεπιστημίου26, αλλά κράτησε πάνω-κάτω τα εκλεκτορικά σώματα του νόμου Φίλη με περιορισμό του αριθμού τους στα 11 μέλη. Το θετικό αυτού του νόμου ήταν η ακόλουθη διάταξη:
Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Εκλεκτορικού Σώματος επιλέγονται μέσω ηλεκτρονικής κλήρωσης, που διενεργείται με αυτοματοποιημένο τρόπο μέσω ηλεκτρονικού συστήματος ολοκληρωμένης διαχείρισης, η ανάπτυξη και λειτουργία του οποίου πραγματοποιείται μέσω του Εθνικού Δικτύου Υποδομών Τεχνολογίας και Έρευνας (ΕΔΥΤΕ Α.Ε.) του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης .
Αυτή η διάταξη που αποκλείει τη νόθευση της επιλογής των μελών του εκλεκτορικού σώματος, σίγουρα στενοχώρησε πολλούς. Αυτό αποδεικνύεται εύκολα, απ’ το γεγονός ότι τέσσερα χρόνια μετά δεν έχει εφαρμοστεί ακόμη. Μόλις πριν λίγες μέρες φτιάχτηκε το προβλεφθέν ηλεκτρονικό σύστημα κι ακόμη δεν έχει λειτουργήσει.27
Και ο νόμος της Κεραμέως περιείχε διάφορα ανοσιουργήματα όπως αυτό που εκφράζει την ακραία ξενοδουλεία και υποτέλεια: Το άρθρο 158 προβλέπει ότι:
Καθηγητές Πανεπιστημίων της αλλοδαπής, που […] είναι καταξιωμένοι στο αντικείμενό τους […] δύναται να εκλεγούν και να εκδοθεί πράξη διορισμού τους, χωρίς να απαιτείται να παραιτηθούν από τη θέση που κατέχουν στο Πανεπιστήμιο της αλλοδαπής.
Δεν ορίζει τι θα πει «καταξιωμένοι» και μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτό συνδέεται με την «αλλοδαπή», αφού η ημεδαπή δεν αναφέρεται καν.
Είναι ακόμη ενδιαφέρον ότι ο Κυριάκος Πιερρακάκης, διάδοχος της Νίκης Κεραμέως, πρακτικώς στην ίδια κυβέρνηση, με τον νόμο 5094/2024 και με διάφορες υπουργικές αποφάσεις ανέστειλε την εφαρμογή του νόμου Κεραμέως παρατείνοντας την εφαρμογή της προγενέστερης νομοθεσίας.28
Κληρώσεις
Απ’ την Αθηναίων Πολιτεία του Αριστοτέλη μαθαίνουμε τη μεγάλη σημασία της κλήρωσης στο αθηναϊκό δημοκρατικό πολίτευμα.29 Ακόμη και αυτός που κατείχε το ανώτατο αξίωμα, ο Επιστάτης των Πρυτάνεων κληρωνόταν. Κρατούσε τα κλειδιά των θησαυρών, των δημόσιων αρχείων και την κρατική σφραγίδα, προήδρευε στις συνεδριάσεις της Βουλής ή της Εκκλησίας του Δήμου και το όνομά του αναγραφόταν στην αρχή των επίσημων ψηφισμάτων. Η κλήρωση γινόταν καθημερινά και η θητεία του ήταν 24ωρη, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο διαφθοράς και διαπλοκής, και να εξασφαλιστεί η συμμετοχή όλων των πολιτών εκ περιτροπής στο ανώτατο αξίωμα, καθώς και ότι κανένας πολίτης δεν θα συγκέντρωνε υπερβολική δύναμη για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Κατά συνέπεια η απέχθεια της Διαμαντοπούλου στις κληρώσεις ερμηνεύεται ως απέχθεια στη δημοκρατία. Συνεπώς και στην αξιοκρατία, καθότι είναι σύμφυτη με τη δημοκρατία σύμφωνα με τον ορισμό του Περικλή στον Επιτάφιό του:
Χρώμεθα γὰρ πολιτείᾳ […] καὶ ὄνομα μὲν διὰ τὸ μὴ ἐς ὀλίγους ἀλλ’ ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται· μέτεστι δὲ κατὰ μὲν τοὺς νόμους πρὸς τὰ ἴδια διάφορα πᾶσι τὸ ἴσον, κατὰ δὲ τὴν ἀξίωσιν, ὡς ἕκαστος ἔν τῳ εὐδοκιμεῖ, οὐκ ἀπὸ μέρους τὸ πλέον ἐς τὰ κοινὰ ἢ ἀπ’ ἀρετῆς προτιμᾶται (Το πολίτευμα που έχουμε […] καλείται δημοκρατία, επειδή η διοίκηση είναι ευθύνη όχι των λίγων αλλά των πολλών. Σύμφωνα με τους νόμους εξασφαλίζεται σε όλους ισότητα ως προς την προστασία των ιδιωτικών συμφερόντων, αλλά σχετικά με το κοινό συμφέρον, καθένας πολίτης προτιμάται στα δημόσια αξιώματα, όχι με βάση τη κοινωνική τάξη του, αλλά για την προσωπική του αξία στον κλάδο που διακρίνεται.) Αυτά για τη Διαμαντοπούλου και τους 255 βουλευτές που ψήφισαν τον νόμο της—και επανερχόμενοι στη σημερινή πραγματικότητα, ας συνειδητοποιήσουμε ότι αυτοί είναι εκλεγμένοι με ψήφο και όχι επιλεγμένοι με κλήρωση όπως οι 500 βουλευτές της αρχαίας Αθήνας. Αλλά η απέχθεια στην κλήρωση δεν αφορά μόνο αυτούς. Και έχουμε γι’ αυτό την απόδειξη που προανέφερα: Παρόλο που ο νόμος της Κεραμέως του 2022 προβλέπει αδιάβλητο σύστημα κληρώσεων, αυτό δεν φτιάχτηκε παρά μόνο τώρα, παίρνοντας συνεχείς αναβολές. Η ευθύνη δεν είναι μόνο των πολιτικών, αλλά και των πανεπιστημιακών. Ξεκάθαρα, η γνήσια κλήρωση εναντιώνεται στη διαπλοκή και τη διαφθορά. Και ξεκάθαρα οι αναβολές της εφαρμογής της δεν μπορεί να οφείλεται σε τεχνικούς λόγους — τεχνικά είναι θέμα ωρών ή το πολύ ημερών να φτιαχτεί ένα τέτοιο σύστημα.
Αλλά ακόμη κι αν επί 4 χρόνια υπήρξε συνένοχη αποφυγή της εφαρμογής του νόμου, αυτό δεν δίνει καμιά συγχώρεση σε κανέναν. Θα μπορούσε κάλλιστα ένα πανεπιστημιακό όργανο διοίκησης να χρησιμοποιήσει ένα πιστοποιημένο σύστημα τυχαίας κλήρωσης (Certified Random Drawing System), δηλαδή ένα λογισμικό ή διαδικασία που εγγυάται ότι τα αποτελέσματα είναι 100% τυχαία, αμερόληπτα και δεν μπορούν να χειραγωγηθούν. Αυτά τα συστήματα παρέχουν Πιστοποιητικό Ισχύος που χρησιμεύει ως αποδεικτικό στοιχείο, έτοιμο για έλεγχο, ότι η κλήρωση ήταν αμερόληπτη και απαλλαγμένη από χειραγώγηση—και υπάρχουν διάφορα τέτοια συστήματα (π.χ. Lotify, Easypromos, Random.org, RandomPicker, Szrek2Solutions, randomdraws.com).30
Παράδειγμα 2
Παραθέτω χωρίς σχόλια ένα εύγλωττο απόσπασμα από έγγραφο, με συντάκτη καθηγητή, το οποίο περιήλθε σε γνώση μου και αναφέρεται στη συγκρότηση εκλεκτορικών σωμάτων στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών ΕΜΠ (η έμφαση στο αυθεντικό):
Σας αναφέρω ότι στις 31/10/2023 συγκροτήθηκαν κατόπιν ηλεκτρονικής κλήρωσης τα εκλεκτορικά σώματα για τρεις θέσεις της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών […] Στις 23/1/2024 έγινε ανασυγκρότηση των εκλεκτορικών σωμάτων με βάση νέα κλήρωση που έγινε από τα ίδια προηγούμενα μητρώα κάθε θέσης.
Από τους πίνακες εσωτερικών και εξωτερικών μελών που αναρτήθηκαν στο ΑΠΕΛΛΑ, προκύπτει ότι πολλοί από τους δυνητικούς εκλέκτορες κληρώθηκαν και τις δύο φορές. Ειδικότερα για τα εσωτερικά μέλη, σε 2 από τα 3 εκλεκτορικά και τα 5 νέα μέλη είναι ίδια με αυτά της προηγούμενης κλήρωσης, ενώ στο τρίτο εκλεκτορικό αυτό συμβαίνει για τα 4 από τα 5 νέα μέλη. Για τα εξωτερικά μέλη, σε 2 από τα 3 εκλεκτορικά 4 από 6 νέα μέλη είναι ίδια με αυτά της προηγούμενης κλήρωσης, ενώ στο τρίτο εκλεκτορικό αυτό συμβαίνει για τα 3 από τα 6 νέα μέλη. Η πιθανότητα να συμβεί αυτό σε τρεις κληρώσεις, οι οποίες έγιναν στην ίδια συνεδρίαση και με τον ίδιο μηχανισμό, έχει υπολογιστεί και είναι απειροελάχιστη.
Διευκρινίζω πως η καταληκτική πρόταση, όπως εγώ την καταλαβαίνω, εννοεί πως η πιθανότητα είναι απειροελάχιστη όταν η κλήρωση είναι γνήσια (τυχαία). Αν είναι νοθευμένη τότε η πιθανότητα μπορεί να είναι 1.
Διαφάνεια διαδικασιών
Στη διάρκεια της θητείας μου ως κοσμήτορα, η Σχολή Πολιτικών Μηχανικών, γιόρτασε τα 130 χρόνια ιστορίας της με κορύφωση στις 2 Ιουλίου 2017, ημέρα των γενεθλίων της.31 Σ’ αυτά τα 130 χρόνια, συμπεριλαμβανομένων των δύσκολων εποχών, η Σχολή επέδειξε προσήλωση στη διαφάνεια, όπως αποτυπώνεται απ’ την επιμελημένη τήρηση πρακτικών των συνεδριάσεών της. Προ του 1929 δεν υπήρχαν αυτοτελείς συνεδριάσεις της Σχολής, αλλά συγκεντρωτικές των καθηγητών του ΕΜΠ. Ο Νόμος 3940/1929 ίδρυσε συλλογικά όργανα διοίκησης ανά σχολή, οι συνεδριάσεις των οποίων, απ’ το 1929, καταγράφονταν σε αναλυτικά πρακτικά. Όταν έγινα κοσμήτορας, από προσωπικό ενδιαφέρον (και με δικά μου έξοδα) ψηφιοποίησα τα παλιά πρακτικά κάποιων περιόδων (προ του 1951 ώστε να αποτελούν απλά ιστορία) και τα ανάρτησα στο διαδίκτυο.32
Όταν βγήκαν τα μαγνητόφωνα, αυτή η δουλειά έγινε ευχερέστερη και πιστότερη. Όπως δείχνει το πρακτικό της εκλογής μου που έχω αναρτήσει εδώ, καταγράφονταν τα πάντα με το νι και με το σίγμα. Αυτό βοηθά όχι μόνο στη διαφάνεια και τον έλεγχο (π.χ. από ανώτερα διοικητικά όργανα ή τη δικαιοσύνη), αλλά και στην ανάπτυξη της υπευθυνότητας των μελών.
Παράδειγμα 3
Στο αναρτημένο πρακτικό της εκλογής μου στη σελ. 16, μέλος της εισηγητικής επιτροπής λέει «Δεν τις έχω διαβάσει καλά τις εργασίες αυτές.» Επεμβαίνει ο έμπειρος Ξανθόπουλος και λέει «Όχι αυτό». Τότε το μέλος διορθώνει και λέει «Τώρα βέβαια ομολογώ ότι δεν τις διάβασα όπως διάβασα τις εργασίες οι οποίες υπεβλήθησαν κατά την υποψηφιότητα.» Και ο Ξανθόπουλος διευκρινίζει «Δεν τις διαβάσατε προσεκτικά». Όλα αυτά καταγράφονται πιστά στο πρακτικό.
Το νόημα είναι ότι ό,τι λέγεται στις συνεδριάσεις οφείλει να είναι υπεύθυνο. Ακόμη και μια μικρή λεπτομέρεια εσφαλμένης διατύπωσης μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα ακυρότητας της εκλογής (κατά τον έλεγχο νομιμότητας ή σε τυχόν δικαστικό έλεγχο) και να ταλαιπωρήσει τη σχολή (και τους υποψήφιους βέβαια). Αν δεν κρατούνται αναλυτικά πρακτικά, μπορεί ο καθένας να λέει ό,τι θέλει και στη συνέχεια να γίνεται η κατάλληλη παραποίηση.
Κάποια μνημονιακή στιγμή, ο Πάρεδρος του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους απέρριψε τη σύμβαση που είχε το ΕΜΠ με μια εταιρία απομαγνητοφώνησης και μεταγραφής σε κείμενο, πράγμα που έκανε την τήρηση αναλυτικών πρακτικών πολύ δυσχερή. Ως κοσμήτορας, είχα δεχτεί εισηγήσεις να σταματήσουμε αυτή την πρακτική και να αντικαταστήσουμε τα αναλυτικά πρακτικά με συνοπτικά. Τις απέρριψα κατηγορηματικά: Δεν θα ήμουν εγώ αυτός που θα σταματούσε μια δημοκρατική πρακτική πιστότητας και διαφάνειας 130 ετών.
Η γραμματεία ανέλαβε να κάνει τη δουλειά μόνη της και οφείλω να εξάρω το ζήλο και την επιμέλεια των μελών της, συμπεριλαμβανομένης της Προϊσταμένης Γραμματείας. Ήταν πολλή δουλειά, απ’ το να μαγνητοφωνούν (με δύο μάλιστα συσκευές για ασφάλεια) να ακροάζονται, ταυτοχρόνως να πληκτρολογούν, και να ελέγχουν ώρες συνεδριάσεων, αλλά την έκαναν καλά. Ακόμη και για μένα ήταν μια άχαρη δουλειά να διαβάζω τα τελικά κείμενα μήπως έχει ξεφύγει κάτι, αλλά είμαι απόλυτα ευχαριστημένος που την έκανα.
Κάποια στιγμή αργότερα —δεν ξέρω πότε ακριβώς— αυτό δυστυχώς σταμάτησε. Απ’ ό,τι φαίνεται, ούτε καν μαγνητοφωνούνται οι συνεδριάσεις. Έτσι άνοιξε πεδίο λαμπρό σε υποψίες παραποίησης των πρακτικών.
Παράδειγμα 4
Μεταφέρω, χωρίς σχόλια, απόσπασμα από ηλεκτρονικό μήνυμα που μου κοινοποιήθηκε και αφορά κάποια Γενική Συνέλευση της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών:
Δεν ζητήθηκε από τα μέλη της ΓΣ να αποφασίσουν για κάτι και δεν έγινε καμία ψηφοφορία ώστε να απορριφθεί ή να γίνει αποδεκτό οτιδήποτε.
Οι αιτιάσεις που αναφέρονται στο απόσπασμα [πρακτικού] για τη διαδικασία κλήρωσης δεν ειπώθηκαν ποτέ στη ΓΣ και προφανώς αποτελούν προσωπικές απόψεις αυτών που το υπογράφουν.
Δεδομένου ότι, από όσο γνωρίζω, η διαδικασία δεν μαγνητοφωνήθηκε ή βιντεοσκοπήθηκε τα λεγόμενά μου μπορούν μόνο να τα επιβεβαιώσουν οι συνάδελφοι που ήταν παρόντες.
Η ειρωνεία είναι ότι, ενώ τα προηγούμενα χρόνια 130 χρόνια η τήρηση αναλυτικών πρακτικών ήταν δυσχερής, τώρα που έγινε πανεύκολη τη σταμάτησαν. Πλέον, προσφέρεται τεχνικά η δυνατότητα τήρησης και βιντεοσκοπημένων πρακτικών (πολύ περισσότερο αφού οι συνεδριάσεις γίνονται μέσω διαδικτυακών εφαρμογών και όχι διά ζώσης) αλλά και αυτόματης μεταγραφής προφορικού λόγου σε κείμενο. Παρακάτω δίνω έναν πίνακα εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ) που κάνουν αυτή τη δουλειά με ευτελές αντίτιμο. (Πίνακας φτιαγμένος απ’ το Grok της xAI – με δεδομένα και ανάλυση δικά του).

Τι δείχνει η αντίφαση ανάμεσα αφενός στις σημερινές τεχνικές δυνατότητες και την ευκολία τήρησης αναλυτικών πρακτικών και αφετέρου την κατάργηση της πρακτικής που ακολουθούσε η Σχολή όταν δεν υπήρχαν τέτοιες δυνατότητες; Οκνηρία (που είναι ένα απ’ τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα), έκπτωση ακαδημαϊκών ηθών, ή τι άλλο;
Η έμφαση στο αντικείμενο της θέσης
Παραπάνω παρέθεσα απόσπασμα απ’ την αιτιολογική έκθεση του νόμου Διαμαντοπούλου, όπου η δικαιολογία που χρησιμοποιούσε για την κατάργηση των κληρώσεων ήταν πως οδηγούσε σε εκλεκτορικά σώµατα με μέλη που δεν είχαν ίδιο γνωστικό αντικείµενο με αυτό της προς πλήρωση θέσης. Τελείως αστεία δικαιολογία. Με εξαίρεση τους καθηγητές ιατρικής, στις άλλες σχολές δεν υπάρχουν ίδια αντικείμενα καθηγητών. Μπορεί ή δεν μπορεί να είναι συναφή.
Αλίμονο αν ένας καθηγητής είναι προσκολλημένος σε ένα στενό αντικείμενο καθώς κι αν θεωρήσουμε πως ένας συναφής (που υπηρετεί στον ίδιο Τομέα ή Σχολή) δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει κάποιον υποψήφιο σε άλλη θέση της Σχολής. Προσωπικά έχω διδάξει διάφορα αντικείμενα, όπως υδρομετεωρολογία, υδρολογία, υδραυλική, υδραυλικά έργα, υδροηλεκτρικά έργα, στερεοπαροχές και διευθετήσεις υδατορευμάτων, βελτιστοποίηση συστημάτων υδατικών πόρων, διαχείριση υδατικών πόρων, υδραυλικό σχεδιασμό (ολοκληρωμένο θέμα), στοχαστικές μεθόδους, ακόμη και εργαστήριο ανθρωπιστικών σπουδών (επιστημονική μέθοδο). Και έχω παραγάγει έρευνα και σ’ αυτά και σ’ άλλα, π.χ. υδροπληροφορική, κλιματολογία, εκδοτικά ήθη, αρχαία επιστήμη και τεχνολογία. Κι ακόμη έχω κρίνει υποψηφίους που ειδικεύονται σε άλλα αντικείμενα των επιστημών του μηχανικού. Δεν είχα ποτέ πρόβλημα, ούτε άκουσα κανένα παράπονο ότι έκρινα αδίκως λόγω άγνοιας αντικειμένου. Αντίθετα, είμαι πολύ ικανοποιημένος με την ποικιλία των αντικειμένων που «επισκέφτηκα».
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η έμφαση στο αντικείμενο εξυπηρετεί αλλότριους, μη ομολογημένους στόχους. Το πιο πιθανό είναι ότι εξυπηρετεί την αναξιοκρατία, γιατί ο άξιος μπορεί εύκολα να καλύπτει τα αντικείμενα που καθορίζει η σχολή, ανάλογα με τις συνεχώς μεταβαλλόμενες ανάγκες της.
Αν και δεν έδωσα τα στοιχεία του συνυποψηφίου μου στην εκλογή της οποίας παρέθεσα το πρακτικό, από την ομιλία ενός μέλους της εισηγητικής επιτροπής (με την οποία συμφωνώ) προκύπτει ότι το αντικείμενο στο οποίο εξειδικεύεται είναι άλλο από αυτό της θέσης που προκηρύχτηκε. Παρόλ’ αυτά η επιτροπή δεν τον απέκλεισε και ερμήνευσε το αντικείμενο με όσο πιο ευρύ τρόπο μπορούσε, ώστε να είναι μέσα. Συμφωνώ με την επιλογή της, γιατί η σχολή οφείλει να επιλέγει τους αξιότερους κι όχι τους «στενότερους» ως προς το αντικείμενο.
Για τον λόγο αυτό, όταν είχα τα ηνία της σχολής, είχα επιμείνει, και το είχα καταφέρει, οι λίγες (λόγω μνημονιακών περιορισμών) θέσεις που προκηρύσσαμε να έχουν το ευρύτερο δυνατό αντικείμενο, που ακόμη και να ταυτίζεται με τον ευρύ τίτλο του οικείου τομέα. Νομίζω ότι αυτό απέδωσε.
Ωστόσο, είναι γνωστό ότι αυτό δεν είναι γενικός κανόνας. Μπορεί κανείς να δει τίτλους αντικειμένων (συχνά αρκετών γραμμών) που φωτογραφίζουν έναν υποψήφιο, μοναδικό παγκοσμίως.
Πάντως ο καλός πανεπιστημιακός μπορεί εύκολα να βρει επιχειρήματα υπέρ ενός στενού ή ενός ευρέος αντικειμένου, και ανάλογα να τεκμηριώσει την ψήφο του προς τον υποψήφιο της αρεσκείας του. Σχετικές «οδηγίες» τεκμηρίωσης είχε δώσει (σκωπτικά) πριν πολλά χρόνια ο αείμνηστος Νίκος Μάργαρης.33
Φαίνεται ότι αυτά που περιέγραφε ο Μάργαρης ανέβηκαν πλέον σε νέα ύψη…
Παράδειγμα 5
Υποψήφιος σε θέσεις σχετικές με υδραυλική μού ανέφερε πως οι οικείες εισηγητικές επιτροπές θεώρησαν ως:
μη-υδροδυναμική διεργασία των αστικών υδροσυστημάτων την υδραυλική ροή ποταμών,
αδιάφορη ως προς το πεδίο της υδραυλικής μηχανικής τη χρήση εξισώσεων της υδραυλικής,
εκτός πεδίου υδραυλικής την ανάλυση τυρβώδους ροής,
εκτός της διαχείρισης αστικών υδραυλικών έργων τον σχεδιασμό των όμβριων υδάτων και τη μοντελοποίηση βροχόπτωσης,
εκτός πεδίου υδραυλικής ή/και αστικών υδραυλικών έργων, τα υδροηλεκτρικά έργα, τα αντιπλημμυρικά φράγματα, τους αναβαθμούς σε ποτάμια, τα θυροφράγματα επί ρέματος, και τη στερεοπαροχή,
εντελώς εκτός κρίσης τις επιστημονικές δημοσιεύσεις και συνεδριακά άρθρα, κατά το δοκούν, των μη-προτεινόμενων υποψήφιων, ενώ θετικά κρίθηκαν αντίστοιχα άρθρα (ακόμη και σε ίδια περιοδικά και συνέδρια) των προτεινόμενων υποψηφίων,
εκτός τεχνολογικής και επαγγελματικής εμπειρίας στα πεδία της υδραυλικής και των αστικών υδραυλικών έργων, την πολυετή εργασία υποψήφιων σε εταιρείες υδραυλικής και διαχείρισης υδάτων.
Τον εν λόγω υποψήφιο τον θεωρώ αξιόπιστο, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι ευπρόσδεκτες οι τυχόν διαψεύσεις μέσω της δυνατότητας που δίνεται για σχολιασμό όσων γράφονται εδώ.
Α2: Υποκειμενικές συνθήκες
Η άνθιση του ναρκισσισμού
Χωρίς να μπορώ να πω πως εμείς οι παλιοί ήμασταν πολύ κοινωνικοί και αλτρουϊστές στο σύνολό μας, κάποιες αξίες, όπως της φιλίας, της συνεργασίας και της δικαιοσύνης τις ενστερνιζόμασταν. Δεν ήμασταν αγγελούδια—π.χ. και τότε υπήρχαν περιπτώσεις που κάποιος επιζητούσε τη σύντροφο του φίλου του (παρόλο που Αριστοτέλης μας δίδαξε τη μεγάλη αξία της φιλίας, όπως προαναφέρθηκε). Αλλά αυτό δεν ήταν κοινωνικά αποδεκτό και το θεωρούσαμε εκδήλωση ακραίου ναρκισσισμού: εγώ είμαι πιο σπουδαίος και την αξίζω αυτή τη συγκεκριμένη γυναίκα —και ενδεχομένως πολλές άλλες ακόμη.
Είχα την εντύπωση πως και οι νεότερες γενιές θα έχουν ανάλογο επίπεδο κοινωνικότητας, βλέποντας να υπάρχει ένα καλό κλίμα στην ερευνητική ομάδα που είχαμε δημιουργήσει. Όμως πρόσφατα η ομάδα κατέρρευσε, όπως και οι σχέσεις ανάμεσα σε παλιούς φίλους που συνεργαζόμασταν και συμποσιαζόμασταν.
Διάφοροι έχουν υποστηρίξει πως για τον καλπάζοντα ατομικισμό ή και ναρκισσισμό στους νέους φταίνε τα κοινωνικά δίκτυα που στερούν τη δυνατότητα ανθρώπινης επαφής.34 Ίσως όμως να φταίμε εμείς οι μεγαλύτεροι που περιφρονήσαμε τη μεταλαμπάδευση ηθικών αξιών στα παιδιά μας και παράλληλα διαλύσαμε το σχολείο, στη μορφή που το γνωρίσαμε.
Το γεγονός είναι ότι σήμερα παρουσιάζονται συμπεριφορές που για μένα ήταν αδιανόητες όταν ήμουν νέος.
Παράδειγμα 6
Ένας μαθητής μου είχε πάρει πριν χρόνια μια θέση ερευνητή Γ σε κάποιο ερευνητικό κέντρο. Θέλησε να εξελιχθεί στην ανώτερη βαθμίδα, το επιχείρησε τρεις φορές και απέτυχε και τις τρεις. Πλέον έχει φύγει απ’ την πρώην υπηρεσία του και αυτή τη στιγμή εργάζεται ως ερευνητής στη Γερμανία.
Την πρώτη φορά έχασε την εκλογή από δικό του σφάλμα, από παραλείψεις στον φάκελο υποψηφιότητας που υπέβαλε —μια ασυγχώρητη επιπολαιότητα που ίσως ανάγεται στο κλίμα εξατομίκευσης που συζητώ εδώ. Η εκλογή βγήκε άγονη.
Τη δεύτερη φορά είχε δύο συνυποψηφίους. Και οι δύο επίσης μαθητές μου που κάποτε κάναμε όλοι μαζί παρέα. Ο ένας απ’ αυτούς κέρδισε τη θέση.
Την τρίτη φορά είχε συνυποψήφιο αυτόν που δεν κέρδισε τη θέση τη δεύτερη φορά. Η εκλογή βγήκε άγονη.
Αυτά είναι τα γεγονότα. Η ερμηνεία μου είναι ότι πρόκειται για κλασική περίπτωση εκπαραθύρωσης, στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω. Φαίνεται πως ο μαθητής μου που είχε αρχικά τη θέση (και είναι πολύ καλός επιστήμονας) δεν ενέδωσε σε απαιτήσεις υποταγής στο σύστημα, το οποίο αποφάσισε να τον αποβάλει και χρησιμοποίησε γι’ αυτό τον δεύτερο μαθητή μου. Αλλά τρίτον δεν ήθελε—προτίμησε την άγονη έκβαση στην τρίτη περίπτωση. Αντικειμενικά ο δεύτερος έχει τώρα μια καλή ευκαιρία. Να δούμε αν θα κάτσει καλά…
Απ’ τη συλλογικότητα στα παρεάκια
Οι νοθευμένες κληρώσεις που προανέφερα, σε συνδυασμό με τη «διεθνοποίηση» των εκλεκτορικών σωμάτων ευνοούν φυσικά τη διαπλοκή. Ακούω πως τα εκλεκτορικά σώματα που «κληρώνονται» σε πανελλαδικό επίπεδο είναι παρόμοια, ενώ κάποιοι καθηγητές δεν κληρώνονται σχεδόν ποτέ.
Αλλά τα παρεάκια δεν περιορίζονται στα πανελλαδικά εκλεκτορικά σώματα — φαίνεται πως έχουν γενικότερη πέραση.
Παράδειγμα 7
Την τελευταία ακαδημαϊκή χρονιά πριν αφυπηρετήσω υπήρχε προς πλήρωση μια θέση ΕΔΙΠ στο εργαστήριο όπου ήμουν διευθυντής, μάλιστα με αντικείμενο ταυτόσημο σχεδόν με το δικό μου. Κατά συνέπεια, μπήκα στην εισηγητική επιτροπή μαζί με άλλον έναν συνάδελφο καθηγητή, και ένα μέλος ΕΔΙΠ, σύμφωνα με τον νόμο. Είχαμε τέσσερις πολύ καλές υποψηφιότητες—ο καθένας θα έκανε για τη θέση. Δουλειά της εισηγητικής επιτροπής ήταν να κατατάξει αξιολογικά τις υποψηφιότητες.
Οι τρεις δουλέψαμε ανεξάρτητα και καταλήξαμε στο ίδιο συμπέρασμα. Έτσι η εισήγησή μας ήταν ομόφωνη. Έτυχε να μιλήσω με αυτόν που κατατάξαμε δεύτερον και δεν το πήρε στραβά. Μου είπε πως αναγνωρίζει αυτόν που κατατάξαμε πρώτον ως ίσο ή και καλύτερο. Είχα ανάλογη πληροφόρηση και για άλλον υποψήφιο, ότι θεωρούσε δίκαιη την κατάταξη. Δυο συνάδελφοι στο εργαστήριο μού είπαν πως προτιμούν τον δεύτερο και θα τον ψηφίσουν. Δικό τους θέμα, κανένα πρόβλημα για μένα, τους απάντησα —και το εννοούσα.
Όμως τη δουλειά την προχώρησαν. Οργάνωσαν (και παρουσίασαν) αντιεισήγηση, αλλά κυρίως οργάνωσαν παρεάκι που δούλεψε παρασκηνιακά. Η επιτροπή μας περιορίστηκε στο να υποβάλει τη γραπτή της εισήγηση χωρίς καμιά παρασκηνιακή ενέργεια. Το παρεάκι φαίνεται να ήταν σίγουρο για την επικράτησή του, μετρώντας τα κουκιά που παρασκηνιακά εξασφάλισε, και εξαιρώντας εμένα που εκείνη την περίοδο ασχολιόμουν με την υγεία της γυναίκας μου (νοσοκομείο, χειρουργείο κτλ.). Αλλά εγώ παρευρέθηκα στην εκλογή, η οποία μου πρόσφερε, στο τέλος της καριέρας μου, ίσως τη χειρότερη επαγγελματική εμπειρία της ζωής μου. Για να εκφράσω την έντονη απογοήτευση και αποδοκιμασία μου υπέβαλα επί τόπου την παραίτησή μου απ’ τη θέση του διευθυντή του εργαστηρίου.
Να μερικά χαρακτηριστικά στιγμιότυπα απ’ τη διαδικασία (η οποία πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά λόγω κόβιντ κτλ.):
Μαθητής μου, και μάλιστα εξαιρετικός στην επιστήμη του, με την οποία εγώ είχα την τύχη να τον φέρω σε επαφή, προέβη σε προφορική αντιεισήγηση, υπονοώντας ότι αυτός, κι όχι εγώ, ξέρει ποιος είναι καλός και ποιος όχι.
Ο ίδιος μαθητής μου υπονόησε ότι σοβαρό κριτήριο για το αν κάποιος είναι καλός σχετίζεται με το ποιος θα συνεργαστεί καλύτερα μαζί του, γιατί αυτός μένει κι εγώ φεύγω. Αυτή είναι εξαιρετικά επικίνδυνη σκέψη και πολύ λυπάμαι που προέρχεται από κάποιον με τον οποίον είχα τόσο στενή επαγγελματική και φιλική σχέση. Αν ίσχυε τέτοιο κριτήριο θα προσλάμβανε ο καθένας τους κολλητούς του.
Το μέλος ΕΔΙΠ της εισηγητικής επιτροπής, παρά την υπογραφή του σ’ αυτή, φαίνεται πως τα έχασε και ψήφισε λευκό.
Στη δεύτερη ψηφοφορία, η οποία έγινε επειδή η πρώτη δεν έδωσε απόλυτη πλειοψηφία, το αποτέλεσμα ήταν υπέρ του υποψηφίου που προτείναμε με μία ψήφο διαφορά. Τότε, όπως έμαθα από αξιόπιστη πηγή, κάποιος απ’ το παρεάκι πήρε επειγόντως τηλέφωνο κάποιον άλλον, ο οποίος μπήκε στο ηλεκτρονικό σύστημα και ψήφισε κατά του πλειοψηφούντος υποψηφίου, ώστε να υπάρξει ισοψηφία. Προς στιγμήν φαίνεται να υπήρξε ευφορία στην παρέα αφού δεν προέκυψε να χάνει η ίδια περισσότερο απ’ την εισηγητική επιτροπή (είχαμε κατάσταση lose-lose) — κι ας έχανε η Σχολή μια θέση (κατάσταση lose-lose-lose). Όμως δεν ήξερε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση (και σε αντίθεση με τις εκλογές μελών ΔΕΠ, όπου με ισοψηφία η θέση χάνεται) υπερισχύει η ψήφος του μέλους που διευθύνει το σώμα — εν προκειμένω του κοσμήτορα. Έτσι, με ισοψηφία τη θέση την πήρε ο υποψήφιος που είχαμε προτείνει.
Τεσσεράμισι χρόνια μετά μπορούμε να αποτιμήσουμε αν δικαιώθηκε η τότε επιλογή ή αν το δίκιο το είχε το παρεάκι. Η άποψή μου είναι ότι δικαιώθηκε απόλυτα. Η προσφορά στη σχολή του εκλεγέντος υπήρξε θεαματική, όπως και η πνευματική και ερευνητική εξέλιξή του. Για παράδειγμα, με έχει ξεπεράσει κατά πολύ στη γνώση της διδασκαλίας του Αριστοτέλη, και απολαμβάνω να μαθαίνω απ’ αυτόν πράγματα που δεν ήξερα. Τελικώς όμως εγκαταλείπει το ΕΜΠ, αφού εκλέχτηκε σε θέση επίκουρου καθηγητή που προφανώς την άξιζε, με απόλυτα αξιοκρατική εκλογή (σπανίως συμβαίνει κι αυτό…), αλλά σε άλλο πανεπιστήμιο. Τον χάνει το ΕΜΠ — ας όψεται η Διαμαντοπούλου και οι διάδοχοί της που κατάργησαν τη δυνατότητα εξέλιξης…
Κάποια στιγμή ο μαθητής μου που αναφέρω παραπάνω μου είπε αινιγματικά «δικαιώθηκες σε όλα», χωρίς όμως να κάνουμε ποτέ κουβέντα ούτε με τον ίδιο, ούτε με άλλους απ’ το παρεάκι. Εξαιρώ και εξαίρω, όμως, τη στάση του νέου διευθυντή του εργαστηρίου που με διαδέχτηκε. Ήρθε την αμέσως επόμενη μέρα της εκλογής στο γραφείο μου, αναλύσαμε μαζί όλη τη διαδικασία, και μου εξήγησε τη δικιά του στάση. Και στη συνέχεια, αφότου συνταξιοδοτήθηκα, μου φέρθηκε άψογα.
Η αποδόμηση υποψηφίων
Θυμάμαι πως παλιά ο Ξανθόπουλος σε μια άλλη συνέλευση (δεν θυμάμαι αν ήταν σε δική μου εκλογή—ίσως ήταν σε άλλη ευκαιρία αλλά δεν έχω το πρακτικό) είχε πει πως είναι εύκολο να βγάλεις κάποιον απ’ τα ρούχα του και να τον κάνεις αντιπαθή. Καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί μια τακτική γνωστή σε κάποιους που την εφαρμόζουν, συχνά βασιζόμενοι στο ψέμα.
Παράδειγμα 8
Ενός μαθητή μου και υποψήφιου σε εκλογή, τού επιτέθηκαν πως παραποίησε τη διδακτορική διατριβή, επειδή έκανε τροποποιήσεις στο αρχικό (προ της εξέτασης) σχέδιο για να ενσωματώσει τις παρατηρήσεις που οι ίδιοι οι νυν επιτιθέμενοι του έκαναν με άλλη τότε ιδιότητα—ως μέλη της επταμελούς εξεταστικής επιτροπής της διδακτορικής διατριβής. Τέτοιες αλλαγές αποτελούν κανόνα, γιατί οι υποψήφιοι διδάκτορες δέχονται σχόλια απ’ τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής και προβαίνουν σε διορθώσεις. Ο εν λόγω υποψήφιος, του οποίου ήμουν επιβλέπων της διδακτορικής διατριβής, μού ζήτησε βοήθεια και, ανταποκρινόμενος, πήγα μαζί με τον ίδιο στη Γραμματεία της σχολής, που κρατάει το επίσημο αρχείο των διδακτορικών διατριβών. Τελικώς προέκυψε ότι δεν υπήρχε παραποίηση, αφού το επίσημο κείμενο της διατριβής, το οποίο υπάρχει στο αρχείο της Γραμματείας και βάσει του οποίου τού απονεμήθηκε ο τίτλος του διδάκτορα, ήταν το τροποποιημένο και όχι το αρχικό σχέδιο.
Αυτό το φαινομενικά ασήμαντο και αστήρικτο επεισόδιο χρησιμοποιήθηκε από κάποιους για να δημιουργήσουν κλίμα εις βάρος του σαν απατεώνα. Τού κατασκεύασαν ένα ίματζ αντιπαθούς και μη συνεργάσιμου, ώστε να μη θέλει κανένας να τον ψηφίσει.
Παράδειγμα 9
Φοιτητής μου έθεσε υποψηφιότητα για ΔΕΠ σε κάποιο απομακρυσμένο πανεπιστήμιο της χώρας. Σε συνέντευξη τον ρώτησαν αν προτίθεται να μετακομίσει στο μέρος που είναι το πανεπιστήμιο. Απάντησε θετικά — και είμαι σίγουρος πως το εννοούσε. Κάποιοι όμως διέδωσαν πως έλεγε ψέματα και πως είναι απίθανο να μετακομίσει γιατί έχει πολυμελή οικογένεια με παιδιά. Κάποιος άλλος συνάδελφος, ξέροντας ότι ο συγκεκριμένος πήρε το διδακτορικό του υπό την επίβλεψή μου, επικοινώνησε μαζί μου για να επαληθεύσει τη φήμη που διαδίδεται. Του απάντησα πως γνωρίζω καλά πως δεν έχει κανένα παιδί και πως, αν απάντησε θετικά στην ερώτηση, τότε κατά τη γνώμη μου το εννοεί.
ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Υπαίτιοι, θιγόμενοι, ευνοούμενοι και σιωπηλοί παρατηρητές
Αν η κατάσταση που περιέγραψα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (και το λέω με την επιφύλαξη ότι πολλά απ’ αυτά που γράφω είναι εν πολλοίς εντυπώσεις εξωτερικού παρατηρητή και όχι άμεσες γνώσεις), τότε οι αντιδράσεις των εμπλεκόμενων, πλην αυτών που ενεργά και θαρραλέα αντιτάσσονται, μπορεί να ταξινομηθούν σε τέσσερις ονομαστικές κατηγορίες, κατ’ αλφαβητική σειρά:
ευνοούμενων (Ε), αυτών που προωθούνται απ’ το σύστημα,
θιγόμενων (Θ), αυτών που υφίστανται τις συνέπειες,
σιωπηλών (Σ) παρατηρητών του τύπου «δεν με αφορά», και
υπαίτιων (Υ), αυτών που οργανώνουν τα πράγματα.
Τους θεωρώ όλους δύστυχα θύματα και όχι θύτες, και θα εξηγήσω τους λόγους. Αν η ανάρτησή μου ήταν μια εισήγηση για εκλογή, θα έπρεπε να προβώ σε κατάταξη. Βέβαια, σύμφωνα με τον νόμο θα όφειλα να κάνω την κατάταξη κατά σειρά προσόντων. Όμως, ανακαλώντας την πρώτη εμπειρία μου σχετικά με την «αξιοκρατία» στο ΕΜΠ («τη θέση ας την πάρει κανένας δύστυχος…»), τελικώς αποφάσισα να κατατάξω τις τέσσερις κατηγορίες κατά σειρά δυστυχίας ως θυμάτων όπως παρακάτω:
Πρώτοι οι υπαίτιοι (Υ, με μικρό προβάδισμα απ’ τους δεύτερους, Σ). Είναι θύματα γιατί δεν κατάλαβαν τον ρόλο τους. Η κοινωνία τους έχει εμπιστευτεί μια υπεύθυνη και προβεβλημένη θέση δημόσιου λειτουργού, που μάλιστα έχει σχέση με τη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς. Μια θέση που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν για την προσωπική πνευματική τους ανάταση. Αλλά προτιμούν να κάνουν κατάχρηση του ρόλου τους (π.χ. ξεπέφτοντας σε οργανωτές αντιδεοντολογικών και αναξιοκρατικών εκλογών).
Δεύτεροι οι σιωπηλοί (Σ). Είναι θύματα για τον ίδιο λόγο όπως οι προηγούμενοι. Και ενώ έχουν τη δυνατότητα να επαναφέρουν τα πράγματα όταν εκτραχύνονται, προτιμούν να σφυρίζουν αδιάφορα, σαν να μην τους αφορά, ενδεχομένως με την ένοχη σκέψη να κάνουν τα ίδια σε περιπτώσεις που τους αφορούν αμεσότερα.
Τρίτοι οι ευνοούμενοι (Ε). Είναι θύματα γιατί εμπλέκονται σε ένα σύστημα εκμαυλισμού, ενώ αξίζουν καλύτερη τύχη, στηριζόμενοι στα προσόντα τους.
Τέταρτοι οι θιγόμενοι (Θ). Είναι τα προφανή θύματα, αλλά στην πραγματικότητα είναι λιγότερο δύστυχοι, αν κατάφεραν να κρατήσουν την ακεραιότητά τους. Κάτι άλλο θα βρεθεί γι’ αυτούς αν έχουν προσόντα. Αν όχι σε πανεπιστήμιο, κάπου αλλού, ίσως καλύτερα.
Αθήνα, 10 Φεβρουαρίου 2026
Η μονομελής εισηγητική επιτροπή
Δημήτρης Κουτσογιάννης
Quote Origin: Academic Politics Are So Vicious Because the Stakes Are So Small – Quote Investigator. Το απόφθεγμα μεταφέρεται απ’ τον Robert M. Hutchins, Κοσμήτορα της Νομικής Σχολής του Yale και Πρόεδρο του University of Chicago, και μάλιστα συμπληρώνεται απ’ τον ίδιο ως εξής: “Though I do not know much about professional politics, I know a lot about academic politics — and that is the worst kind.” («Αν και δεν γνωρίζω πολλά για την επαγγελματική πολιτική, γνωρίζω πολλά για την ακαδημαϊκή πολιτική — και αυτή είναι η χειρότερη μορφή.»)
Ό.π.: “Academic politics are so vicious precisely because the stakes are so small.” («Η ακαδημαϊκή πολιτική είναι τόσο φαύλη ακριβώς επειδή τα διακυβεύματα είναι τόσο μικρά.»— Henry Kissinger.)
Ο όρκος επιβλήθηκε με νόμο του 1931 και είχε ως εξής: «Ορκίζομαι πίστη στον Βασιλιά, στους βασιλικούς διαδόχους του και στο φασιστικό καθεστώς, και ορκίζομαι να σέβομαι το Καταστατικό [του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος] και τους άλλους νόμους του Κράτους, να ασκώ το επάγγελμα του εκπαιδευτικού και να εκπληρώνω όλα τα ακαδημαϊκά μου καθήκοντα με σκοπό την εκπαίδευση εργατικών, έντιμων και αφοσιωμένων στην πατρίδα και στο φασιστικό καθεστώς πολιτών. Ορκίζομαι ότι δεν ανήκω και δεν θα ανήκω σε ενώσεις ή κόμματα των οποίων οι δραστηριότητες είναι ασυμβίβαστες με τα επίσημα καθήκοντά μου.» Μετάφραση απ’ την πηγή: The Italian university professors’ oath of allegiance to fascism (1931) | Blog Nostrum.
Ένα κατατοπιστικό στιγμιότυπο για το πως ο δικτάτορας Παπαδόπουλος αντιμετώπιζε τα πανεπιστήμια υπάρχει σε βίντεο με ομιλία του προς καθηγητές (1973).
Πλήρη βιογραφικά στοιχεία υπάρχουν στην προσωπική ιστοσελίδα μου.
«Δόξειε δ᾽ ἂν ἴσως βέλτιον εἶναι καὶ δεῖν ἐπὶ σωτηρίᾳ γε τῆς ἀληθείας καὶ τὰ οἰκεῖα ἀναιρεῖν, ἄλλως τε καὶ φιλοσόφους ὄντας: ἀμφοῖν γὰρ ὄντοιν φίλοιν ὅσιον προτιμᾶν τὴν ἀλήθειαν.» («Ίσως όμως κανείς δεν θα διαφωνήσει ότι είναι καλύτερο —κάτι παραπάνω: ότι είναι ανάγκη— να είμαστε έτοιμοι ακόμη και τις πιο προσωπικές μας αντιλήψεις να αναιρέσουμε, αν είναι με τον τρόπο αυτό να σωθεί η αλήθεια —για έναν λόγο παραπάνω αφού είμαστε και φιλόσοφοι: έχοντας κανείς να διαλέξει ανάμεσα σε δύο φίλους, έχει το ιερό χρέος να προτιμήσει την αλήθεια.» Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1096a11).
Επίσης: «φίλος μέν Σωκράτης, ἀλλά φιλτάτη ἡ ἀλήθεια» (Ἀμμώνιος ὁ Ἑρμείου, Βίος Ἀριστοτέλους).
«...ἕτερος γὰρ αὐτὸς ὁ φίλος ἐστίν» (Ο φίλος είναι ένας άλλος εαυτός, Ηθικά Νικομάχεια, Βιβλίο 9, 1166a31.)
Επίσης: «...ἔτι δ’ ἀναγκαιότατον [φιλία] εἰς τὸν βίον. ἄνευ γὰρ φίλων οὐδεὶς ἕλοιτ’ ἂν ζῆν, ἔχων τὰ λοιπὰ ἀγαθὰ πάντα» («κι είναι ακόμη [η φιλία] αναγκαιότητα για τη ζωή. Γιατί κανένας δεν θα ήθελε να ζει χωρίς φίλους κι αν ακόμη είχε στη διάθεσή του όλα τ' άλλα αγαθά», Ηθικά Νικομάχεια, Βιβλίο 8, 1155a3-5.)
Βλ. Wikipedia. Το προσωνύμιο το απέκτησε επειδή ήταν θείος της μετέπειτα διάσημης Δήμητρας Λιάνη. Τι ειρωνεία, ένας σπουδαίος άνθρωπος να προσδιορίζεται από μια αμφιλεγόμενη ανιψιά του…
Κάποια εποχή παλιά, με έναν αγαπητό συνάδελφο στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών, πήραμε την πρωτοβουλία να ζητήσουμε ακρόαση απ’ τον τότε Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας, ο οποίος μας δέχτηκε (ήταν κι αυτός καθηγητής). Του εξηγήσαμε ποια είναι η πραγματική φύση των ανοιχτών διαδικασιών και ότι δεν υπηρετούν την αξιοκρατία. Συμφώνησε απόλυτα μαζί μας, αλλά μας έκανε σαφές ότι το καθηγητικό κατεστημένο αποκλείεται να δεχτεί ποτέ κρίση χωρίς ανοιχτή διαδικασία προκήρυξης.
Πολύ αργότερα, σε μια απ’ της πάμπολλες μεταρρυθμίσεις του θεσμικού πλαισίου, αυτή της Διαμαντοπούλου, εξαγγέλθηκε η κατάργηση των ανοιχτών διαδικασιών. Η εξαγγελθείσα ρύθμιση ήταν ότι «Η εξέλιξη του διδακτικού προσωπικού κρίνεται με κλειστή διαδικασία». Όμως, αυτή η ρύθμιση, παρόλο που αρχικώς διαφημίστηκε ως πιο αξιοκρατική και σύμφωνη με τα διεθνή πρότυπα (και όντως ήταν) δεν μπήκε στον νόμο που ψηφίστηκε. Οι λόγοι είναι ευνόητοι, κρίνοντας απ’ το ποιοι στήριξαν αυτή τη μεταρρύθμιση.
Η τακτική της «πρόσκλησης» φαίνεται να έχει ενισχυθεί τελευταία. Σε πρόσφατη εκλογή ο εσωτερικός υποψήφιος είχε οχτώ συνυποψήφιους, και παρόλ’ αυτά την κέρδισε την εκλογή.
Σύμφωνα με την ελληνική γραμματική χρησιμοποιώ τον αρσενικό γραμματικό τύπο ως «κοινό γένος», αποφεύγοντας την πολιτική κορεκτίλα του «αυτός/αυτή».
Ό.π.
Απ’ το ομώνυμο τραγούδι του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα σε στίχους Μιχάλη Γκάνα.
Όσο ήμουν ενεργός, αναρτούσα τους διάφορους νόμους για το πανεπιστήμιο στην ιστοσελίδα της Ιτιάς, της ερευνητικής ομάδας που είχαμε τότε, και υπάρχουν ακόμη αναρτημένοι.
Βλ. και σχετικά πρακτικά της Βουλής: «Με τον προγραμματισμό θέσεων καταργείται η εξέλιξη».
Η παράγραφος 5 του πολύπαθου άρθρου 16 του συντάγματος προβλέπει μεταξύ άλλων: «H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση».
Αυτό δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει, αφού η Άννα Διαμαντοπούλου είναι μέλος διάφορων λεσχών των κοντρολιγαρχών (π.χ. Trilateral Commission, Λέσχη Bilderberg), όπως άλλωστε και ο τότε προϊστάμενός της, πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου.
Βλ. σχετική ανάρτησή μου: Αποχαιρετιστήριο στην Ακαδημαϊκή Πρωτοβουλία.
Βλ. σχετική ανάρτησή μου: The revenge of the incompetent.
Βλ. σχετική ανάρτησή μου: ΕΔΙΠ, Λέκτορες, Γραμματείς, Φαρισαίοι.
Ομοίως δεν μας εκπλήσσει το γεγονός, αφού η Νίκη Κεραμέως είναι μέλος παρόμοιων με την Άννα Διαμαντοπούλου λεσχών και απόφοιτος της Σχολής Νέων Παγκόσμιων Ηγετών του Νταβαρχείου (γνωστού και ως World Economic Forum που συνέρχεται στο Νταβός), όπως άλλωστε και ο προϊστάμενός της πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.
Βλ. και Μ.Β. Σακελλαρίου, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999. (Αν θέλει κάποιος, μπορώ να του το δανείσω το βιβλίο).
Υλικό από τον εορτασμό των 130 χρόνων της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών. (Σημείωση: Το υλικό αυτό υπήρχε στον επίσημο ιστότοπο της Σχολής. Το γεγονός ότι ο σύνδεσμος που δίνεται εδώ είναι από μη επίσημο ιστότοπο —αλλά πάλι εντός του ΕΜΠ— οφείλεται στο ότι κάποιος απ’ τους επόμενους κοσμήτορες θεώρησε σωστό να εκσυγχρονίσει τον επίσημο ιστότοπο και —ίσως αθέλητα— να τον απαλλάξει απ’ τις ιστορικές αναφορές. Με προσωπική μέριμνα και με τη βοήθεια του Κέντρου Δικτύων και συναδέλφων κατάφερα να ανακτήσω το παραπάνω υλικό και να το διασώσω αναρτώντας το αλλού).
Ιστορικά Έγγραφα της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών. (Ισχύει και πάλι η παραπάνω σημείωση.)



Δημήτρη, με εκφράζουν όλες οι προσωπικές σου απόψεις.
Έχω συναντήσει διάφορα τέτοια άσχημα περιστατικά και ο ίδιος προσωπικά, αλλά δεν είχα το κουράγιο να τα καταγράψω, όπως έκανες εσύ.
Το συγκεκριμένο κείμενο μπορεί τώρα να γνωστοποιηθεί σε ευρύτερο κοινό και να συμβάλλει στην ανόρθωση της παιδείας.
Θεωρώ σκόπιμο να κοινοποιήσω αυτή την ιστοσελίδα στην ομάδα IHA-Professors & PhDs που συμμετέχω, ώστε πιθανώς να υπάρξει γόνιμος διάλογος.
΄Εχεις τα θερμά μου συγχαρητήρια!!!
As a foreigner who dropped out of a British university several decades ago, I read this history with sadness because of what happened yet gladness that Professor Koutsoyiannis has retained his integrity, courage, principles and dedication to education. Cultures.are influenced by the powerful and if the latter want to destroy prospects for those without power, then there will be a lot of destruction.