Αποφθέγματα του κυρ-Γιώργη
Σκηνές απ' Μεσούντα πριν 60 χρόνια
Στο χωριό μου στη Μεσούντα έζησα τα 12 πρώτα χρόνια της ζωής μου, απ’ το 1955 μέχρι το 1967. Εκεί τελείωσα το δημοτικό σχολείο. Δεν είχαμε ρεύμα, τηλέφωνο, δίκτυο νερού, τηλεόραση, ούτε καν ραδιόφωνο παρά μόνο προς το τέλος που είχαν βγει τα τρανζίστορ με μπαταρίες.1 Φωτισμό είχαμε από λάμπες πετρελαίου ή λυχνάρια λαδιού, η θέρμανση ήταν με ξύλα σε τζάκι, και πόσιμο νερό κουβαλούσαμε από μια βρύση με νταμιτζάνες ή βαρέλες. Το τελευταίο ήταν δουλειά πρωτίστως των παιδιών και δευτερευόντως των γυναικών.

Ψυχαγωγία όμως υπήρχε, και βασιζόταν στις ανθρώπινες σχέσεις σε καθημερινή βάση, και σε κάνα πανηγύρι ή γάμο μερικές φορές το χρόνο.
Έναν απ’ τους αγαπημένους μου τρόπους διασκέδασης μου τον πρόσφερε γείτονάς μας ο κυρ-Γιώρ(γη)ς (το φθόγγο εντός παρενθέσεως τον κόβαμε στα ηπειρώτικα—πλήρες όνομα Γεώργιος Μπίκας) με τις συχνές, σχεδόν καθημερινές, επισκέψεις του. Ήταν γύρω στα 70 κι εγώ γύρω στα 10, αλλά είχαμε πραγματική φιλία. Ήταν λεβεντόγερος και πολύ πλακατζής, αλλά πέρασε κάποιες μακροχρόνιες περιόδους με κατάθλιψη, οπότε απλά καθόταν όλη μέρα στον ήλιο χωρίς να μιλάει καθόλου. Εγώ ένιωθα πολλή θλίψη όταν τον έβλεπα έτσι, και αγαλλίαση όταν συνερχόταν.
Τα χειμωνιάτικα βράδια καθόμασταν σταυροπόδι (οκλαδόν) δίπλα στο τζάκι και παίζαμε οι δυο μας χαρτιά, κυρίως κολιτσίνα, με τους γονείς μου παρατηρητές —τα αδέλφια μου είχαν ήδη εγκαταλείψει το χωριό για σπουδές. Εγώ σαν παιδί έκανα καμιά ζαβολιά, οπότε μού ’λεγε:
Παίξ’ αντρίκεια!
Παράλληλα με τις παρτίδες κπλιτσίνας, είχε να πει πολλές ιστορίες. Είχε πολεμήσει στους Βαλκανικούς πολέμους και στη Μικρασιατική εκστρατεία, και είχε διηγήσεις γι’ αυτές, αλλά τις έχω ξεχάσει. Το μόνο που θυμάμαι είναι κάποιοι γεωγραφικοί προσδιορισμοί, Μοναστήρι, Σκόπια, Αφιόν Καραχισάρ.
Όταν ερχόταν τα βράδια, ειδοποιούσε για την άφιξή του όχι χτυπώντας το κουδούνι της πόρτας (είχαμε τέτοιο αλλά σπανίως το χρησιμοποιούσε ο κόσμος), αλλά με τη φωνή του. Είχε ένα συγκεκριμένο μοτίβο:
Έι, Γία, ρίχν’ς κ’φές;
Η Γία έμενε στο πρώτο δωμάτιο για κάποιον που πλησίαζε στο σπίτι, οπότε ήταν λογικό να απευθυνθεί σ’ αυτή, για να ακούσουμε όλοι ότι ερχόταν. Η φράση σήμαινε κάτι σαν «Γία, κοιμήθηκες;», αλλά την έλεγε περιπαιχτικά με αναφορά στις «κουφές»…
Όταν έφευγε, το έκανε χωρίς προειδοποίηση. Σηκωνόταν απότομα από σταυροπόδι (οκλαδόν) χωρίς να χρησιμοποιήσει καθόλου χέρια. Ήταν ο μόνος που είχα δει να το κάνει. Όταν μεγάλωσα και έκανα ασκήσεις γιόγκα, τον μιμήθηκα και μπορούσα να το κάνω κι εγώ. Τώρα όμως, που είμαι στην ηλικία που ήταν εκείνος όταν εγώ ήμουν παιδί, δεν μπορώ πια να το κάνω.
Του άρεσε να πίνει ξίδι —η μάνα μου έφτιαχνε ποσότητες. Γενικά τού σέρβιρε, αλλά όταν το ξεχνούσε της έλεγε:
Πιή ξίδ’ Ν’κόλαινα
Το «πιή» σημαίνει «πιες». Τη μάνα μου την έλεγαν Αγλαΐα, αλλά εκείνη την εποχή ήταν συχνό στην Ήπειρο να έχει και χαϊδευτικό με βάση το όνομα του άντρα της (εν προκειμένω, του Νικόλα). Η φράση ήταν έμμεση παράκληση, υπό μορφή σύστασης προς εκείνη. Ήξερε βέβαια ότι της μάνας μου δεν της άρεσε να πίνει ξίδι.
Είχε ενσυναίσθηση και ενδιαφερόταν για τους άλλους. Η μάνα μου συχνά ήταν άρρωστη και ενδιαφερόταν για την υγεία της. Ερχόταν συχνά και ρωτούσε:
Δέμπορ’ς Ν’κόλαινα;
Το “Δέμπορ’ς” είναι συγκερασμός του “δεν” και “μπορείς”, και το χρησιμοποιούσε με τη σημασία “δεν είσαι καλά”.
Η μάνα μου είχε και αρώματα, τα οποία του άρεσαν πολύ, και όταν πήγαινε στο καφενείο συχνά της ζητούσε με κάποιο έμμεσο τρόπο (παρόμοιο με το ξίδι) να του δώσει να βάλει. Δεν τον ένοιαζε που τα αρώματα ήταν γυναικεία.
Κάποια στιγμή η αδερφή μου η Δημοκρατία μού έκανε δώρο ένα μεταχειρισμένο ρολόι χειρός. Το θαύμαζε τόσο που κατάλαβα πως ήθελε να το φορέσει. Του το έδινα όταν πήγαινε στο καφενείο (και φορούσε τα καλά του) και μού το γύριζε όταν επέστρεφε.
Κάποια στιγμή οι καφετζήδες εισήγαγαν νέα προϊόντα στο χωριό, άγνωστα ως τότε, όπως το παστέλι, το μαντολάτο και κάτι σαν γκοφρέτα που το έλεγαν «κρι κρι». Η χαρά του παιδιού, αλλά και του κυρ-Γιώρ’:
Καλύτερα να δίν’ς δυο δραχμές για κρι κρι παρά νιάμ’σ’ για καφέ
«Νιάμ’σ’» σημαίνει «μιάμιση» — το «μια» συνήθως το προφέραμε «νια», π.χ. «νια φουρά κι έναν κιρό».
Κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1970 έφεραν ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό μου. Εγώ τότε έμενα στην Αθήνα και πήγαινα γυμνάσιο, αλλά τα καλοκαίρια τα περνούσα στο χωριό. Η οικογένειά μου είχε χαρεί που θα έφερναν ρεύμα, όπως και οι περισσότεροι στο χωριό. Όχι όμως ο κυρ-Γιώρ’ς. Τον θυμάμαι να λέει στον πατέρα μου:
Τι το θες αυτό του ρεύμα Ν΄κολα; Θα σ’ μπήξουν νια τέμπλα δίπλα ζ’ κουτσ΄πιά, κι θα πέσ’ κι θα σ’ γκρημίσ’ του σπίτ’
Η «τέμπλα» είναι κορμός δέντρου, η κολώνα, και την κουτσουπιά δίπλα στο σπίτι μας τη χρησιμοποίησε για να κάνει το αφήγημά του πιο ρεαλιστικό αλλά και τρομακτικό, και να αποτρέψει έτσι τον πατέρα μου απ’ το να βάλει ηλεκτρικό.
Μια άλλη φορά είχε πει στον πατέρα μου:
Ν’κόλα, καλό είν’ ου άνθρουπους να πλένητι νια φουρά του μήνα, όχ’ νια φουρά του χρόνου σαν κι μας
Δεν ξέρω αν αυτό το έλεγε στ’ αλήθεια ή για πλάκα, αλλά βέβαια το λουτρό και το λούσιμο δεν ήταν καθημερινή συνήθεια στο χωριό. Μια φορά την εβδομάδα και πολύ ήταν. Για το καθημερινό νίψιμο του προσώπου είχαμε έναν τσίγκινο νιπτήρα κρεμασμένο έξω απ’ το σπίτι, αλλά δωμάτιο μπάνιου δεν υπήρχε.
Αυτά τα λίγα για τον κυρ-Γιώρ’ και τη Μεσούντα του 1960. Ίσως κάποτε να έχω έμπνευση και να θυμηθώ κι άλλα, οπότε θα επανέλθω.
Αφού είχαμε αγοράσει ραδιόφωνο (τρανζίστορ) κάπου στο τέλος της δεκαετίας του 1960, μού είχε κάνει επίσκεψη στο σπίτι μου μια γειτόνισσα, συμμαθήτρια αλλά σε αρκετά μεγαλύτερη τάξη. Δεν είχε ποτέ δει ράδιο, τής έβαλα να το ακούσει κι αυτή έπαθε τέτοιο σοκ που αντέδρασε με ακατάσχετο γέλιο. Με ρωτούσε, «τι είν’ αυτά τα ανθρουπάκια π’ μιλάν, πώς είν’ τόσο κούτσ’κα κι πώς χουράν ικεί μέσα».



Απολαυστικό !
Πολύ ωραία αφήγηση!